επεκτρέχω

ἐπεκτρέχω (Α)
1. τρέχω έξω εναντίον κάποιου («ἐπεκδραμόντες πελτασταῑς ἐκ τοῡ ἐπὶ Λέχαιον τείνοντος τείχους», Ξεν.)
2. κάνω επιδρομή, εισβάλλω.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπεκδραμόντα — ἐπεκτρέχω sally out upon aor part act neut nom/voc/acc pl ἐπεκτρέχω sally out upon aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεκδραμόντων — ἐπεκτρέχω sally out upon aor part act masc/neut gen pl ἐπεκτρέχω sally out upon aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεκδράμῃ — ἐπεκτρέχω sally out upon aor subj mp 2nd sg ἐπεκτρέχω sally out upon aor subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεξέδραμον — ἐπεκτρέχω sally out upon aor ind act 3rd pl ἐπεκτρέχω sally out upon aor ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεκδραμεῖν — ἐπεκτρέχω sally out upon aor inf act (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεκδραμοῦσα — ἐπεκτρέχω sally out upon aor part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεκδραμοῦσαι — ἐπεκτρέχω sally out upon aor part act fem nom/voc pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεκδραμόντας — ἐπεκτρέχω sally out upon aor part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεκδραμόντες — ἐπεκτρέχω sally out upon aor part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεκδραμών — ἐπεκτρέχω sally out upon aor part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.